Τετάρτη 7 Ιουλίου 2010

"Ποιός είπε 'βαριέμαι';" (μέρος 5ο)

Είπα στον ταξιτζή να με πάει στα Πατήσια, για να προλάβω τη μητέρα μου και να γλιτώσω τον Πλούταρχο. Πριν να κάνουμε όμως 200 μέτρα, αυτός σταμάτησε και πήρε και δεύτερο επιβάτη. «Θησείο», είπε μια κυρία με τεράστια ταρταρούγα γυαλιά ηλίου με χρυσό φινίρισμα, που έκατσε στο μπροστινό κάθισμα. «Στο δρόμο μας είναι, ε νεαρέ;», είπε ο ταξιτζής, σα να μου έλεγε: «Πες όχι τώρα αν θες!». Προσπαθώντας να παραμείνω ήρεμος και ψύχραιμος, κοιτούσα επίμονα ένα κόκκινο αυτοκολλητάκι στα δεξιά μου που έγραφε «Σιγά τις πόρτες». Λίγο πριν αφήσουμε την κυρία Ταρταρούγα στο Θησείο, ο ταξιτζής σταμάτησε και σ’ άλλο ένα νεύμα, ενός νεαρού αυτή τη φορά. «Στον Ταύρο, στα ΚΕΠ», είπε ο νεαρός κι εκείνος του έκανε νόημα να μπει μέσα. Είχα αρχίσει να συγχύζομαι σοβαρά. «Σφαγεία τα λένε νεαρέ, τι ΚΕΠ; Τόσα χρόνια σφαγεία ήτανε! Κύριος!», λέει απευθυνόμενος σ’ εμένα απ’ τον καθρέφτη, την ώρα που η κυρία Ταρταρούγα αποβιβαζόταν. Ξεκόλλησα το βλέμμα μου από το αυτοκολλητάκι και του το ανταπέδωσα. «Δε σε πειράζει να πετάξουμε εδώ πιο κάτω το μικρό και να γυρίσουμε να πάμε εμείς στη δουλειά μας.», μου είπε σε κατάφαση. Το ραδιόφωνο μετέδιδε ειδήσεις, άκουσα κάτι για κατεδάφιση των κτιρίων γύρω από το Μουσείο της Ακρόπολης, ο ταξιτζής άλλαξε σταθμό κι έβαλε Πλούταρχο. Εκεί νομίζω πως βγήκα εκτός εαυτού. Άρχισα να φωνάζω και να του λέω διάφορα που ούτε καν θυμάμαι, αλλά και να θυμόμουν θα δίσταζα να σας επαναλάβω, κατέβηκα από το ταξί στο πρώτο φανάρι που σταματήσαμε, μέσα στη μέση του δρόμου ωρυόμενος και κοπάνησα την πόρτα με όλη μου τη δύναμη. Προχώρησα ασυναίσθητα λίγο προς τα πίσω, χάζεψα τα τεράστια γκράφιτι στην οδό Πειραιώς αριστερά μου και το αρχαίο νεκροταφείο του Κεραμεικού στα δεξιά. Δεν είχα ηρεμήσει ακόμα. Από την Πειραιώς μπορούσα να δω στο βάθος το Δίπυλο. Το όριο της πόλης. Και συνέχισα να περπατάω, έχοντας τη νοητή γραμμή του συνόρου στο μυαλό μου. έστριψα δεξιά πριν την πλ. Κουμουνδούρου, βγήκα στην οδό Διπύλου, τρέμοντας από τα νεύρα. Στη γωνία με Ασωμάτων πέφτω πάνω σ’ ένα υπέροχο νεοκλασικό που θα ορκιζόμουν πως δεν υπήρξε ποτέ πιο πριν εδώ! Η πόρτα είναι ανοιχτή, μπαίνω μέσα σα χαμένος κι ανεβαίνω όλες τις σκάλες. Μέσα σε λίγα λεπτά και μετά από σύντομη κατατοπιστική συζήτηση με άγνωστο κύριο σε πλατύσκαλο, συνειδητοποιώ πως βρίσκομαι στην ταράτσα του Μουσείου Ισλαμικής Τέχνης, που έχει σήμερα δωρεάν είσοδο.

Τρίτη 6 Ιουλίου 2010

"Ποιός είπε 'βαριέμαι';" (μέρος 6ο)


Ήπια ένα αρωματικό τσάι στην ταράτσα και ηρέμησα, χάζεψα λίγο τα εκθέματα και βγήκα έξω. Είχε βραδιάσει και το μουσείο έκλεινε. Ήμουν ο τελευταίος επισκέπτης που έβγαινε. Θα έκανα μία ακόμα απόπειρα για ταξί, εξ’ άλλου δεν είχα πολλές επιλογές. Κατέβαινα την Πειραιώς με πολύ αργά βήματα αναζητώντας με το βλέμμα μου ελεύθερο ταξί, όταν μπροστά μου σταμάτησε ένα μηχανάκι. Ήταν ο Βαγγέλης, είχε σχολάσει από τη δουλειά του κι επέστρεφε στο σπίτι. Με ρώτησε τι έγινε, του είπα πως είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία και πως θα προτιμούσα να του την πω σε μια ωραία ταβέρνα τρώγοντας, αλλά πως πρώτα θέλω να περάσω από το πατρικό μου στα Πατήσια. Ανέβηκα στο μηχανάκι, του ζήτησα να κάνει μια στάση στην Ιερά Οδό μήπως και πετύχαινα τη μητέρα μου με τα κλειδιά- παρόλο που ήταν ακόμα νωρίς για Πλούταρχο. Για καλή μου τύχη, εκείνη και οι φίλες της ήταν ήδη εκεί από τον ενθουσιασμό τους, και περίμεναν. Πήρα τα κλειδιά χωρίς να πω πολλά λόγια. Ο Βαγγέλης με περίμενε λίγο πιο κάτω στην Τεχνόπολή, όπου παρακολουθούσε εντυπωσιασμένος στιγμιότυπα από μια δωρεάν θετρική παράσταση. Μου πρότεινε να δούμε ταινία στο Ζέφυρο στα Πετράλωνα, η αλήθεια είναι πως μου ‘χε λείψει το θερινό σινεμά, όμως η διάθεσή μου δεν ήταν καθόλου κατάλληλη για ταινία. Πήγαμε όμως μέχρι εκεί και κάτσαμε σε ένα ταβερνάκι. Παραγγείλαμε, το φαγητό ήρθε, νωρίτερα είχε έρθει και το κρασί κι είχα αρχίσει να του διηγούμαι την περιπετειώδη μέρα μου στην πόλη, όταν μας πλησίασε διστακτικά ο σερβιτόρος και μας ζήτησε αν θα μπορούσαμε να πάρουμε παραγγελία από μια παρέα τουριστών που καθόταν απέναντι, γιατί δεν ο ίδιος ήξερε αγγλικά. Κοίταξα το Βαγγέλη, εκείνος γέλασε και σηκώθηκα αποφασιστικά, παίρνοντας το μπλοκάκι του σερβιτόρου από την τσέπη της ποδιάς του. Πήρα παραγγελία από τους τουρίστες, οι οποίοι είχαν καταλάβει τί είχε συμβεί και γελούσαν συνέχεια. Η ώρα πέρασε, οι τουρίστες σερβιρίστηκαν, τα δυο τραπέζια είχαμε γίνει σχεδόν μια παρέα, μας ρωτούσαν διάφορα για την Αθήνα, τους ρωτούσαμε κι εμείς. Ήμουν ήδη πάρα πολλές ώρες έξω, φορώντας τα allstar του Βαγγέλη που με στένευαν λιγάκι, με το κρασί ένιωθα μια πολύ γλυκιά κούραση. Λίγο πριν ετοιμαστούμε να φύγουμε, η μία κυρία από την παρέα τους, έβγαλε από την τσάντα της ένα χαρτί και μου το έδειξε. Είχε σημειώσει το πρόγραμμά τους για τις επόμενες δύο μέρες. Ήταν αυστηρό και καλοσχεδιασμένο, σα να μην επρόκειτο για διακοπές, αλλά για τη διεκπεραίωση μιας πολύ σοβαρής εργασίας. Περίμενε επιβεβαίωση. Την κοίταξα διστάζοντας να σχολιάσω. Με κοιτούσε κι εκείνη περιμένοντας. Σιγά σιγά σιώπησαν όλοι και μας κοιτούσαν να κοιταζόμαστε. Της έδωσα πίσω το χαρτί και της χαμογέλασα. Μου ανταπέδωσε ένα πλατύ χαμόγελο. Μετά έσκισε το χαρτί.

Κυριακή 13 Ιουνίου 2010

Σάββατο 12 Ιουνίου 2010

σου αρέσει η Αθήνα?

Μένω στην Αθήνα τα τελευταία 13 χρόνια από το 1ο έτος της σχολής μου. Σε αντίθεση με όσα λένε πολλοί εμένα μου αρέσει η Αθήνα. Μπορείς να κάνεις πολλά, θέατρο, μουσικές σκηνές .

Μπορείς να απολαύσεις ένα ήρεμο πρωινό κυριακάτικο καφέ στα σοκάκια της πλάκας ή νυχτερινές διαδρομές με αυτοκίνητο στους δρόμους της. Βέβαια δεν είναι η τέλεια πόλη, όπως κάθε μεγάλη πόλη έχει και τα αρνητικά της, κίνηση, καυσαέριο, σκουπίδια, αποξένωση αλλά νομίζω όχι σε μεγάλο βαθμό το τελευταίο. Ακόμη θα βρεις άγνωστους ανθρώπους που θα σε βοηθήσουν ή θα σου πουν μια καλημέρα. Δεν ξέρω τι άλλο να προσθέσω, έχω στο μυαλό μου νύχτα Κυριακής προς ξημέρωμα Δευτέρας που επέστρεφα σπίτι και χάζευα έξω από το παράθυρο του ταξί την ηρεμία και τη ομορφιά της τη νύχτα.........

Kατερίνα, 31 ετών, marketing associate

athens post ruins -ppt - slide 9

athens post ruins -ppt - slide 8

athens post ruins -ppt - slide 7 - SWOT analysis -threats