Πέμπτη, 8 Ιουλίου 2010

"Ποιός είπε 'βαριέμαι';" (μέρος 4ο)

Αφού τελειώσαμε το φαγητό μας εκεί όπου έτρωγαν άλλοτε ο Ελύτης, ο Χατζιδάκις, ο Μινωτής, της ζήτησα να σταματήσουμε σ’ ένα περίπτερο που είχε τηλέφωνο με κερματοδέκτη. Εκείνη γέλασε, νομίζοντας πως της έκανα πλάκα ενώ κρατούσε στο χέρι το iPhone της. Εγώ όμως, πράγματι τηλεφώνησα στη μητέρα μου στα Πατήσια και της εξήγησα με λίγα λόγια πως, είχα κλειδωθεί έξω από το πρωί και πως θα περάσω να πάρω τα δεύτερα κλειδιά του σπιτιού μου, που της έχω αφήσει για παν ενδεχόμενο. Η μητέρα μου ανακοίνωσε περιχαρής πως θα φύγει από το σπίτι αργά το απόγευμα, θα συναντηθεί με τις φίλες της και θα πάνε στον Πλούταρχο για την κοπή της πίτας της ένωσης υπαλλήλων της Τράπεζας όπου εργάζεται. Με προσκάλεσε, αρνήθηκα εκνευρισμένος, τελικά της είπα πως θα περάσω από το κέντρο μόνο για να πάρω τα κλειδιά μου και να φύγω. Κλείνοντας το τηλέφωνο άρχισα να κάνω ανόητους συνειρμούς για την «ιερότητα» της Ιεράς Οδού κάποτε και τώρα. Σταμάτησα έγκαιρα, αυτές οι σκέψεις σε οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια στη μεταφυσική κι ίσως στη σχιζοφρένεια. Έκανε μια κίνηση να με χαιρετήσει, επαναφέροντάς με στα όρια του Παγκρατίου. Με ευχαρίστησε για τη βόλτα και απομακρύνθηκε. Την κοίταξα για λίγο να φεύγει, την είδα να σταματάει ένα ταξί, έπειτα σταμάτησα ένα κι εγώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου