Τρίτη, 6 Ιουλίου 2010

"Ποιός είπε 'βαριέμαι';" (μέρος 6ο)


Ήπια ένα αρωματικό τσάι στην ταράτσα και ηρέμησα, χάζεψα λίγο τα εκθέματα και βγήκα έξω. Είχε βραδιάσει και το μουσείο έκλεινε. Ήμουν ο τελευταίος επισκέπτης που έβγαινε. Θα έκανα μία ακόμα απόπειρα για ταξί, εξ’ άλλου δεν είχα πολλές επιλογές. Κατέβαινα την Πειραιώς με πολύ αργά βήματα αναζητώντας με το βλέμμα μου ελεύθερο ταξί, όταν μπροστά μου σταμάτησε ένα μηχανάκι. Ήταν ο Βαγγέλης, είχε σχολάσει από τη δουλειά του κι επέστρεφε στο σπίτι. Με ρώτησε τι έγινε, του είπα πως είναι μια πολύ μεγάλη ιστορία και πως θα προτιμούσα να του την πω σε μια ωραία ταβέρνα τρώγοντας, αλλά πως πρώτα θέλω να περάσω από το πατρικό μου στα Πατήσια. Ανέβηκα στο μηχανάκι, του ζήτησα να κάνει μια στάση στην Ιερά Οδό μήπως και πετύχαινα τη μητέρα μου με τα κλειδιά- παρόλο που ήταν ακόμα νωρίς για Πλούταρχο. Για καλή μου τύχη, εκείνη και οι φίλες της ήταν ήδη εκεί από τον ενθουσιασμό τους, και περίμεναν. Πήρα τα κλειδιά χωρίς να πω πολλά λόγια. Ο Βαγγέλης με περίμενε λίγο πιο κάτω στην Τεχνόπολή, όπου παρακολουθούσε εντυπωσιασμένος στιγμιότυπα από μια δωρεάν θετρική παράσταση. Μου πρότεινε να δούμε ταινία στο Ζέφυρο στα Πετράλωνα, η αλήθεια είναι πως μου ‘χε λείψει το θερινό σινεμά, όμως η διάθεσή μου δεν ήταν καθόλου κατάλληλη για ταινία. Πήγαμε όμως μέχρι εκεί και κάτσαμε σε ένα ταβερνάκι. Παραγγείλαμε, το φαγητό ήρθε, νωρίτερα είχε έρθει και το κρασί κι είχα αρχίσει να του διηγούμαι την περιπετειώδη μέρα μου στην πόλη, όταν μας πλησίασε διστακτικά ο σερβιτόρος και μας ζήτησε αν θα μπορούσαμε να πάρουμε παραγγελία από μια παρέα τουριστών που καθόταν απέναντι, γιατί δεν ο ίδιος ήξερε αγγλικά. Κοίταξα το Βαγγέλη, εκείνος γέλασε και σηκώθηκα αποφασιστικά, παίρνοντας το μπλοκάκι του σερβιτόρου από την τσέπη της ποδιάς του. Πήρα παραγγελία από τους τουρίστες, οι οποίοι είχαν καταλάβει τί είχε συμβεί και γελούσαν συνέχεια. Η ώρα πέρασε, οι τουρίστες σερβιρίστηκαν, τα δυο τραπέζια είχαμε γίνει σχεδόν μια παρέα, μας ρωτούσαν διάφορα για την Αθήνα, τους ρωτούσαμε κι εμείς. Ήμουν ήδη πάρα πολλές ώρες έξω, φορώντας τα allstar του Βαγγέλη που με στένευαν λιγάκι, με το κρασί ένιωθα μια πολύ γλυκιά κούραση. Λίγο πριν ετοιμαστούμε να φύγουμε, η μία κυρία από την παρέα τους, έβγαλε από την τσάντα της ένα χαρτί και μου το έδειξε. Είχε σημειώσει το πρόγραμμά τους για τις επόμενες δύο μέρες. Ήταν αυστηρό και καλοσχεδιασμένο, σα να μην επρόκειτο για διακοπές, αλλά για τη διεκπεραίωση μιας πολύ σοβαρής εργασίας. Περίμενε επιβεβαίωση. Την κοίταξα διστάζοντας να σχολιάσω. Με κοιτούσε κι εκείνη περιμένοντας. Σιγά σιγά σιώπησαν όλοι και μας κοιτούσαν να κοιταζόμαστε. Της έδωσα πίσω το χαρτί και της χαμογέλασα. Μου ανταπέδωσε ένα πλατύ χαμόγελο. Μετά έσκισε το χαρτί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου